Συζητήθηκε στη Βουλή η Επίκαιρη Ερώτηση του Γιώργου Ψυχογιού για τις αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας και τον εισοδηματικό «κόφτη» στην ιθαγένεια.

Στη Βουλή συζητήθηκε η Επίκαιρη Ερώτηση του βουλευτή Κορινθίας, Γιώργου Ψυχογιού, σχετικά με τη συμμόρφωση του Υπουργείου Εσωτερικών με τις αποφάσεις 715 και 717/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον εισοδηματικό «κόφτη» στη διαδικασία πολιτογράφησης και, κυρίως, με την τύχη των αιτήσεων που είχαν ήδη απορριφθεί με αποκλειστικό ή βασικό κριτήριο τη μη κάλυψη του απαιτούμενου εισοδήματος.

Στην πρωτολογία του, ο Γιώργος Ψυχογιός υπογράμμισε ότι πρόκειται για ένα ζήτημα όχι μόνο νομικό, αλλά και βαθιά κοινωνικό, καθώς αφορά ανθρώπους που ζουν επί δεκαετίες νόμιμα στην Ελλάδα, εργάζονται, πληρώνουν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, έχουν δημιουργήσει οικογένειες και έχουν καταστήσει τη χώρα σταθερό κέντρο της ζωής τους. Όπως επισήμανε, οι αποφάσεις του ΣτΕ έβαλαν τέλος στη μηχανιστική εφαρμογή του εισοδηματικού κριτηρίου ως αυτοτελούς και απόλυτης προϋπόθεσης για την πολιτογράφηση, κρίνοντας ότι το ύψος του εισοδήματος πρέπει να συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία οικονομικής και κοινωνικής ένταξης.

Τόνισε ότι με τον τρόπο εφαρμογής του συστήματος από το 2021, η ουσιαστική αξιολόγηση της ένταξης αντικαταστάθηκε από ένα άκαμπτο αριθμητικό κριτήριο, με αποτέλεσμα να αποκλειστούν άνθρωποι που επί χρόνια αποτελούν οργανικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Ιδιαίτερα σοβαρό χαρακτήρισε το γεγονός ότι τα νέα οικονομικά τεκμήρια εφαρμόστηκαν και σε αιτήσεις που είχαν υποβληθεί πριν από τη θέσπισή τους, οδηγώντας σε απορριπτικές αποφάσεις με αναδρομική εφαρμογή ενός αυστηρότερου πλαισίου.

Για τον λόγο αυτό ζήτησε από το Υπουργείο σαφή απάντηση τόσο για τον τρόπο και το χρονοδιάγραμμα συμμόρφωσης με τις αποφάσεις του ΣτΕ και την έκδοση ενιαίων οδηγιών προς όλες τις υπηρεσίες Ιθαγένειας, όσο και για το κρίσιμο ζήτημα των ήδη απορριφθεισών αιτήσεων. Έθεσε συγκεκριμένα το ερώτημα εάν θα υπάρξει διαδικασία επανεξέτασης χωρίς νέα οικονομική και διοικητική επιβάρυνση για τους ενδιαφερόμενους, ιδιαίτερα για όσους απορρίφθηκαν με βάση τα οικονομικά τεκμήρια του 2021 ή είχαν καταθέσει αίτηση πριν από τη νομοθετική αλλαγή και τελικά κρίθηκαν με το νέο καθεστώς.

Απαντώντας, ο Υφυπουργός Εσωτερικών, Βασίλης Σπανάκης, γνωστοποίησε ότι η Γενική Διεύθυνση Ιθαγένειας απέστειλε στις 24 Σεπτεμβρίου 2026, μόλις μία ημέρα πριν από τη συζήτηση της Επίκαιρης Ερώτησης (!), γενικές οδηγίες προς όλες τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Ιθαγένειας για την εφαρμογή των αποφάσεων του ΣτΕ στις εκκρεμείς και στις νέες αιτήσεις πολιτογράφησης.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, το ύψος του ετήσιου εισοδήματος δεν θα αποτελεί πλέον αυτοτελές κριτήριο αποδοχής ή απόρριψης, αλλά θα συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία οικονομικής και κοινωνικής ένταξης. Ωστόσο, στο κρίσιμο ζήτημα των ανθρώπων των οποίων οι αιτήσεις έχουν ήδη απορριφθεί με βάση τη μηχανιστική εφαρμογή του εισοδηματικού «κόφτη», το Υπουργείο επέλεξε να μην προβλέψει αυτεπάγγελτη διαδικασία επανεξέτασης. Ο Υφυπουργός δήλωσε ότι οι οριστικές απορριπτικές αποφάσεις εξακολουθούν να ισχύουν και παρέπεμψε τους ενδιαφερόμενους στη δυνατότητα υποβολής νέας αίτησης μετά την παρέλευση ενός έτους, χωρίς να απαντήσει γιατί η Διοίκηση δεν αξιοποιεί τη δυνατότητα επανεξέτασης προηγούμενων αποφάσεων που στηρίχθηκαν σε ερμηνεία την οποία το ΣτΕ έκρινε μη νόμιμη.

Στη δευτερολογία του, ο Γιώργος Ψυχογιός αναφέρθηκε στις οδηγίες που εκδόθηκαν βάσει των αποφάσεων του ΣτΕ και επικαλέστηκε ο Υφυπουργός, επέμεινε όμως ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η ουσιαστική και ενιαία εφαρμογή τους στην πράξη, χωρίς ασάφειες και διαφορετικές ερμηνείες.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πρώτη γενιά μεταναστών: ανθρώπους που ζουν και εργάζονται επί χρόνια στη χώρα, συμμετέχουν στα δημόσια βάρη και έχουν μεγαλώσει εδώ παιδιά που είναι πλέον Έλληνες πολίτες. Για τους ανθρώπους αυτούς, όπως σημείωσε, η οικονομική και κοινωνική ένταξη δεν μπορεί να κρίνεται από έναν αριθμητικό «κόφτη», αλλά πρέπει να προκύπτει συνολικά από το εργασιακό και φορολογικό τους προφίλ, τη συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή και, κυρίως, από τους ισχυρούς βιοτικούς δεσμούς που έχουν αναπτύξει με την Ελλάδα.

Υπογράμμισε ακόμη ότι το προηγούμενο σύστημα οδήγησε σε άδικους και πολλές φορές ταξικούς αποκλεισμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπους που, κατά την περίοδο της πανδημίας, δεν μπόρεσαν να καλύψουν τα απαιτούμενα εισοδηματικά όρια και βρέθηκαν εκτός διαδικασίας πολιτογράφησης, παρά την πολυετή παρουσία και ένταξή τους στη χώρα.

Ο Γιώργος Ψυχογιός κατέληξε επισημαίνοντας ότι απαιτείται ένα σαφές, δίκαιο και οργανωμένο σύστημα, χωρίς περιθώρια αυθαίρετων ερμηνειών, στο οποίο θα συνεκτιμάται το σύνολο των πραγματικών δεδομένων κάθε ανθρώπου και το εισόδημα θα αποτελεί ένα μόνο από τα στοιχεία της αξιολόγησης και όχι απόλυτο κριτήριο αποκλεισμού. Μια τέτοια πολιτική, τόνισε, υπηρετεί όχι μόνο τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων και μια σύγχρονη δημοκρατική Πολιτεία, αλλά και την κοινωνική συνοχή, την ισότιμη ένταξη και την θεσμική αντιμετώπιση του ρατσισμού και των διακρίσεων.