Γ. Ψυχογιός στο “Παρόν”: Ελλάδα που παράγει, όχι που αδειάζει!

Τα μπλόκα στους δρόμους δεν είναι απλώς εικόνες τηλεοπτικού δελτίου, είναι συμπτώματα μιας βίαιης αναδιανομής και του ελέγχου της γης και της τροφής. Για να το πούμε πιο απλά, επιστρέφουμε στο μοντέλο των τσιφλικάδων και των κολίγων. Ήδη, πολλοί νέοι παραγωγοί έχουν ως πρώτη τους δουλειά τα εργοστάσια σε κάθε νομό, αφήνοντας τη γη τους σε δεύτερη μοίρα ή εγκαταλείποντάς τη οριστικά.
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το δυσβάσταχτο κόστος παραγωγής αλλά και οι τιμές, που συχνά είναι ακόμα και κάτω από το κόστος αυτό. Ο παραγωγός κάνει όλη τη δουλειά, παίρνει ψίχουλα και βλέπει στο ράφι το προϊόν να πολλαπλασιάζει την τιμή του. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες πρακτικές αλλά για μια δομή όπου λίγοι κρίκοι με διαπραγματευτική ισχύ, όπως οι μεσάζοντες και οι μεγάλες αλυσίδες, καθορίζουν το παιχνίδι. Το αποτέλεσμα είναι ένα ψαλίδι που ανοίγει: από τη μία ο αγρότης που ασφυκτιά, από την άλλη ο πολίτης που πληρώνει ακριβά.
Την ίδια στιγμή, η ύπαιθρος ερημώνει. Η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, η αποψίλωση των υπηρεσιών, με τελευταίο χτύπημα το εγκληματικό κλείσιμο των ΕΛΤΑ, η αβεβαιότητα του εισοδήματος, που τελειώνει για τους περισσότερους στις 15 του μήνα πλέον, οδηγεί τον κόσμο στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις πρωτεύουσες των νομών ή στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, σε ένα νέο κύμα αστυφιλίας από ανάγκη επιβίωσης και ασφάλειας. Όταν, δηλαδή, αυτό δεν γίνεται για το εξωτερικό για όσους έχουν κορυφαία πανεπιστημιακή μόρφωση και προσόντα, γίνεται εσωτερικά προς τις μεγάλες πόλεις. Αυτό, όμως, δεν είναι μόνο μια μεγάλη στρέβλωση και κοινωνική απώλεια. Είναι και απώλεια παραγωγικής βάσης, τεχνογνωσίας και τοπικής συνοχής.
Δηλαδή, διαμορφώνεται μια χώρα χωρίς «πόδια». Μια χώρα που αφήνει τα χωριά της να αδειάσουν, νομοτελειακά θα εξαρτηθεί περισσότερο από εισαγωγές, θα είναι πιο ευάλωτη σε κρίσεις τιμών και θα βλέπει ολόκληρες περιφέρειες να ξεθωριάζουν οικονομικά και δημογραφικά. Εδώ χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο: Φορολογικά και ασφαλιστικά κίνητρα για νέους και νεοεισερχόμενους, αγροτική κατοικία, πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας και παιδείας, τοπικά αγροδιατροφικά οικοσυστήματα με τυποποίηση, ώστε η αξία να μένει στον τόπο.
Στο ευρωπαϊκό μέτωπο, η συμφωνία με το μπλοκ της MERCOSUR ή με την Τυνησία για το ελαιόλαδο, χωρίς δασμούς, δεν είναι τεχνικά ζητήματα. Για τους έλληνες παραγωγούς είναι ζήτημα επιβίωσης. Όταν ανοίγεις την αγορά σε εισαγωγές από χώρες με χαμηλότερα πρότυπα, χωρίς εγγυήσεις που να διασφαλίζουν πως ό,τι απαγορεύεται εδώ απαγορεύεται και στα εισαγόμενα, δημιουργείς αθέμιτο ανταγωνισμό και τορπιλίζεις τη διατροφική ασφάλεια. Η εμπορική πολιτική της Ευρώπης οφείλει να ευθυγραμμιστεί με την πράσινη και την αγροτική της πολιτική, αλλιώς ακυρώνει και τις δύο.
Στο εσωτερικό, η κυβέρνηση υποτίμησε δύο πράγματα: Την αντοχή και τη γνώση της νέας γενιάς των αγροτών, που είναι στα μπλόκα, όπως και τη στήριξη από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Επένδυσε στον κοινωνικό αυτοματισμό, ότι οι υπόλοιποι θα κουραστούν από τα μπλόκα, εκτόξευσε απειλές. Διαψεύστηκε και απέτυχε. Ο διάλογος απαιτεί δεσμεύσεις στα βασικά αιτήματα των παραγωγών και άμεση εφαρμογή, χωρίς μετάθεση των προβλημάτων. Λύσεις ουσιαστικές, όχι επικοινωνιακές, που συνεχίζουν να υπηρετούν τα καρτέλ και τους μεγάλους της αγοράς.
Και σίγουρα δημοσιονομικά περιθώρια υπάρχουν και βρίσκονται, όταν η κυβέρνηση, από τους πανηγυρισμούς για το υπερπλεόνασμα των 3,5 δισ. και τα 2 δισ. κέρδη από τα μερίσματα, περάσει στη διανομή του πρώτου και στη μεγαλύτερη φορολόγηση των δεύτερων, για τη στήριξη του κρίσιμου πρωτογενούς τομέα.
Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι κατέδειξαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, με τον αγώνα τους, ότι αυτό δεν είναι κάποιο συντεχνιακό, συνδικαλιστικό αίτημα, αλλά μας αφορά όλους, είναι εθνικό και υπαρξιακό ζήτημα για τη χώρα και την κοινωνία μας.

